Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Στα σκοταδια των νεκρων ΙΙ

Ο υπηρετης χτυπησε την πορτα του δωματιου οπου ο νεαρος ηταν μεσα και ετοιμαζοταν,ανοιγωντας αργα την πορτα σταθηκε και ειπε:"κυριε ειστε ετοιμος?" "Ναι ειμαι σχοδον...θα κατεβω σε λιγακι" ο υπηρετης ενασ κλασσικος μεσιληκας ντυμενος με ασπρο πουκαμισο καφε σακκακι και και καφε παντελονι φουσκςμενο προπσωπο και καραφλα χαιρετισε και αποχωρησε. Ο νεαρος εμεινε μονος παλι με τις σκεψεις του...βυθισμενος στο ερεβος των προβληματισμων του ενω εξω οι καλεσμενοι κατευθαναν σιγα σιγα στην μεγαλη επαυλη,που ταυτοχρονα λειτουργουσε και σαν πανσιον τους θερινους μηνες,και φημιζοταν για τις μεγαλοπρεπεις συγεντρωσεις,και τις δεξιωσεις της. Ο νεαρος εβλεπε απο το παραθυρο τις αμαξες και τουσ καλεσεμνουσ που δεχονταν χαιρετισμο απο τους οικοδεσποτες της επαυλης τον κυριο ******8και την κυρια ******,και τους υπηρετες που ετρεχαν να βοηθησουν τουσ καλεσμενους με τα πραγματα τους. Καποιοι θα εμεναν για διανυκτερευση και για χαλαρωση ενω αλλοι θα εφευγαν την ιδια μερα (η μαλλον το ξημερωμα της επομενης). Κοιταξε στο βαθος οπου απλωνοταν το δασος και στον οριζοντα ειδε τον ηλιο που μολις εδυε αλλα οι ακτινες του δεν ειχαν παραδωθει ακομα στο γλυκο πεπλο της νυχτας,το δασος αυτο την νυχτα εκρυβε στα σπλαχνα του μυστηριο...εβλεπε τα κορακια και τα αλλα αγρια πουλια να πετουν ψηλα απο τα δεντρα....ενω την νυχτα πολλες φορες ξυπνουσε απο το ακουσμα αγριων σκυλιων και λυκων που εσκιζαν την σιωπη με τα φρικτα ουρλιαχτα τους. Η νυκτα στα μερη τους ηταν γεματη μυστηριο και τρομο που ανεβαζε την ανδρεναλινη και ενεργοποιουσε τις αισθησεις.
 Ο νεαρος ανδρας διεκοψε αποτομα τις σκεψεις του καθως καταλαβε πως ηταν ωρα να φυγει...αφου εσβησε την λαμπα του δωματιου του βγηκε απο το δωματιο του που ηταν στον πιο ψηλο οροφο του σπιτιου,και περπατησε τον μεγαλο διαδρομο με τα διαφορα αλλα δωματια εστριψε στις σκαλες που κανανε γωνια και κατεβαιναν απ τα αριστερα και απο κει σε αλλον διαδρομο που οδηγουσε στο κεντρικο χωλ της επαυλης."τι εκνευριστικο καθε φορα που κανουμε συγκεντρωση να πρεπει να διανυω μια "ηπειρο" μεχρι να φτασω σε ενα σημειο" σκεφτηκε...πραγματι η επαυλη αυτη ηταν τεραστια και για να παει καποιος απο το ενα μερος στο αλλο ηθελε πολυ χρονο. Η επαυλη ηταν ατελειωτη απο διαδρομους και δωματια βιβλιοθηκες,μπαρ,γκαλερι,τραπεζαριες και πολλα αλλα που οποτε του ρχοντουσαβ στο μυαλο τρελαινοταν.Οταν ηταν μικρος μαλιστα νομιζε πως αυτο το σπιτι ειναι ολος ο κοσμος και πως εξω απ αυτο δεν υπηρχε τιποτα αλλο! Και δεν ηταν μονο αυτο καθως,αυτη η επαυλη ηταν ενα απο τα 2 κτιρια που υπηρχαν,γιατι,διπλα ακριβως υπηρχε συνδεδεμενο μεσω μιας μεγαλης αυλης μια ακομα επαυλη (πολυ μικροτερη φυσικα) που ηταν το σπιτι της οικογενειας κυριως τους χειμερινους μηνες.Ηταν σιγουρα πιο μικρη και πρακτικη απο αυτο το τεραστιο οικοδομημα που χρησιμευε κυριως ως ξενοδοχειο και σημειο συναντησεις για κοσμικες συγκεντρωσεις.
    Με αυτες τις σκεψεις επιτελους εφτασε στο μεγαλο χωλ οπου εβλεπε καλεσμενους να αναγνωριζουν ο ενας τον αλλον,και καποιους αλλους λιγο αμηχανους να προσπαθουν να εναρμονιστουν με τον χωρο. Το χωλ ηταν το μεγαλυτερο δωματιο της επαυλης μεγαλο σε μηκος και πλατος και πολυ ψηλο. στο κεντρο περιπου υπηρχε μια μεγαλη σκαλα που οδηγουσε στον πανω οροφο οπυ δημιουργουταν ενα μεγαλο παταρι το οποιο επεκτεινοταν στα πλαγια και απο τις 2 πλευρες και φυσικα φαινοταν απο τον κατω οροφο.στις πλαινες μεριες υπηρχαν πορτες που οδηγουσαν σε αλλα δωματια του πανω οροφου,ενω σην ακρη του πατριου κατα μηκος υπηρχε ξυλινο καγκελο ομορφα διακοσμημενο με ξυλογραφιες που ειχαν τα αρχικα του ονοματος της οικογενειας. Στο κεντρο του ταβανιου ενας τεραστιος πολυελεαιος φωτιζε τα παντα ενω υπηρχαν και αλλα φωτα κατα μηκος των τοιχων. "Καλησπερα νεαρε *****" ειπε ενας κυριος στρεφομενος στον νεαρο "εχω να σας δω απο τοτε που μποσουλουσατε στο κατακοκκινο χαλι της σκαλας" ο νεαρος θημηθικε τον κυριο..ηταν ο κυριος****** στενος φιλος και συνεργατης του πατερα του."Και γω σας θυμαμαι κυριε***** παρ οτι πολυ μικρος διατηρω πολυ καλη μνημη φωτογραφικη μπορω να πω". Αυτο ακουστηκε καπως ειρωνικα και το προσωπο του κυριου **** εδειχνε να ξαφνιαζεται για μια απειροελαχιστη στιγμη."Θα μεινετε καθ ολου στην επαυλη?? Εχουμε να σας δουμε τοσο καιρο" ειπε προσπαθωντας να διασκεδασει λιγο τις εντυπωσεις." Μπορει...αλλα οχι τοσο να ξερετε γιατι δυστυχως ο χρονος τρεχει σαν το ποταμι και δεν υπαρχει χρονος αναπαυσης" "Σωστα,....η αναπαυση ειναι για τους νεκρους" "Πολυ σωστα" εκανε γελωντας και εφυγε να χαιρετησει αλλους προσκεκλημενους πολυ γνωστους ομως... Το μυαλο του ***** ομως εφυγε αλλου σε σκεψεις που ταλανιζαν το μυαλο του μερες τωρα...βαριοταν αφορητα ολο αυτο το πανηγυρι και τις μεγαλοπρεπειες προς χαριν εντυπωσιασμου ολων αυτων που χανεν τον χρονο τους κλεινοντας εμπορικες συμφωνιες δημιουργωντας συμμαχιες εχθρες και αλλα πολλα. το μονο που τον απασχολουσε εκεινη την μερα ηταν αν θα εκανε την εμφανιση του το μονο προσωπο που θα τον ενδιεφερε να δει αναμεσα σε ολυς αυτους.......(συνεχιζεται..)

1 σχόλιο:

"Parakmiako ergaleio" είπε...

Άντε Ρωμανέ! Γράφε την συνέχεια! Ανυπομονώ!